2017年5月7日日曜日

イソップ物語(2)

Ἀγαλματοπώλης. 神様の木像を売る男

Aesop's Fables (Chambry edition)

Ξύλινόν τις Ἑρμῆν κατασκευάσᾱς καὶ προσενεγκών εἰς ἀγορὰ[ᾱ]ν ἐπώλει: μηδενὸς δὲ ὠνητοῦ προσιόντος, ἐκκαλέσασθαί τινας βουλόμενος, ἐβόᾱ ὡς ἀγαθοποιὸν δαίμονα καὶ κέρδους δωρητικὸν πιπράσκει. Τῶν δὲ παρατυχόντων τινὸς εἰπόντος πρὸς αὐτόν: "Ὦ οὗτος, καὶ τί τοῦτον τοιοῦτον ὄντα πωλεῖς, δέον τῶν παρ' αὐτοῦ ὠφελειῶν ἀπολαύειν;" ἀπεκρί[ῑ]νατο ὅτι ἐγὼ μὲν ταχείᾱς ὠφελείᾱς τινὸς δέομαι, αὐτὸς δὲ βραδέως εἴωθε τὰ κέρδη περιποιεῖν.
Πρὸς ἄνδρα αἰσχροκερδῆ μηδὲ θεῶν πεφροντικότα ὁ λόγος εὔκαιρος.

全文を紙に書き写しなさい。

解説

Ξύλινόν τις Ἑρμῆν κατασκευάσᾱς καὶ προσενεγκών εἰς ἀγορὰ[ᾱ]ν ἐπώλει: ひとりの男がヘルメースの木像を作って(準備して)アゴラに運んで売りに出した。
  • Ἀγαλματο-πώλης>πώλ-ης , ου, ὁ,売る人
  •  ἄγαλμα , ατος, τό 彫像、栄光、捧げもの
  • ξύλ-ινος , η, ον 木製の "xylophon"木琴、シロフォン
  •  Ἑρμῆς , οῦ, ὁ Hermes, son of Zeus and Maia ヘルメース
  •  κατασκευάσᾱς第1アオリスト能動態分詞男性単数主格 >κατασκευ-άζω , fut. -σκευάσω aor. -εσκεύαξα 作る"to get ready, make, build,"
  • ἐπώλει未完了過去3人称単数>πωλ-έω 売る
μηδενὸς δὲ ὠνητοῦ προσιόντος, ἐκκαλέσασθαί τινας βουλόμενος, ἐβόᾱ 買い手の誰一人として買おうとしないので誰かを呼び込むことを望んで大声で叫んだ:
  • ὠν-ητής , οῦ, ὁ買い手
  • προσιόντος>πρόσειμι (εἶμι) "shall go"行く、来る 現在能動態分詞ἰών, ἰοῦσα, ἰόν, gen. ἰόντος, ἰούσης, ἰόντος, etc.H.W.Smyth,Grammar,§773
  • ἐκκαλέσασθαί アオリスト中動態不定詞 > ἐκκαλέω Xに・・・するように言う
  • βουλόμενος>βούλομαι 望む
  • ἐβόᾱ ὡς・・・と叫ぶ(未完了過去3人称単数)>βοάω
ὡς ἀγαθοποιὸν δαίμονα καὶ κέρδους δωρητικὸν πιπράσκει. 願いを叶える神様で、もうけを与えて下さる神様を売っています。
  • ἀγαθο-ποιός , όνためになる、よいことをもたらす
  • δαίμονα>δαίμων , ονος 神
  • κέρδους >κέρδος , εος, τό 利益、もうけ
  • δωρ-ητικός , ή, όν与えようとする
  • πιπράσκει. > πιπράσκω 売る
 Τῶν δὲ παρατυχόντων τινὸς εἰπόντος πρὸς αὐτόν:

そこにいた人々のうちの一人が彼に言った:
  • Τῶν δὲ παρατυχόντων τινὸς εἰπόντος 独立属格 そこにいた人々のうちの一人が・・・言った>παρατυγχάνω : aor.2 παρέτυχον
"Ὦ οὗτος, καὶ τί τοῦτον τοιοῦτον ὄντα πωλεῖς, δέον τῶν παρ' αὐτοῦ ὠφελειῶν ἀπολαύειν;" オー、あなた、なぜあなたはここにあるこれを売るのか、むしろ、(売らずに)それからのもうけを自分のものにしないのですか?
  • τοιοῦτον ὄντα 直接目的語(売りに出した商品)ὄντα"be"動詞分詞
  • πωλεῖς  現在能動態2人称単数>πωλ-έω 売りに出す
  • δέον 現在能動態分詞中性>δεῖ 必要だ、相応しい(準非人称動詞)
  • ὠφελειῶν> ὠφέλ-εια , ἡ もうけ、援助
  • ἀπολαύειν>ἀπο-λαύωX(属格)を自分のものにする
ἀπεκρί[ῑ]νατο ὅτι ἐγὼ μὲν ταχείᾱς ὠφελείᾱς τινὸς δέομαι, αὐτὸς δὲ βραδέως εἴωθε τὰ κέρδη περιποιεῖν. 答えて言った:私はこの場ですぐいくらかのもうけを得ることが必要ですが、この(木像の)神様はご自身のもうけをゆっくりと確保なさるのです。
  • ἀπεκρί[ῑ]νατο 第1アオリスト中動態(流音幹動詞)>ἀποκρί[ῑ]νω 分ける(中受動態)返答する ἀπεκρίνετο未完了過去中受動態
  • ταχείᾱς >ταχύς, εῖα, ύ 速い
  • δέομαιX(属格)を必要とする
  • αὐτὸς δὲ "he"(古典ギリシャ語ではοὕτος,ἐκεῖνος)
  • βραδέως >βραδύς , εῖα, ύ 遅い
  • εἴωθε完了能動態3人称単数 >ἔθω : pf. “εἴωθα”
  • περιποιεῖν. >περιποι-έω 確保する
Πρὸς ἄνδρα αἰσχροκερδῆ μηδὲ θεῶν πεφροντικότα ὁ λόγος εὔκαιρος. この物語はもうけに目がくらんで神々をも念頭におかない男に相応しい。

  • Πρὸς X(対格)について、に関して
  • ἄνδρα >ἀνήρ , ὁ, ἀνδρός, ἀνδρί, ἄνδρα, voc. ἄνερ: pl. ἄνδρες, -δρῶν, -δράσι , -δρας: 男、夫(おっと)
  • αἰσχροκερδῆ 男性単数対格>αἰσχρο-κερδής , ές がめつい
  • θεῶν >θεός , ὁ 神
  • πεφροντικότα完了能動態分詞 >φροντ-ίζω: aor.
    “ἐφρόντισα” : pf. “πεφρόντικα”考える、X(属格)を考慮する
  • ὁ λόγος この物語
  • εὔκαιρ-ος , ον時期にかなった、適切な.

Aesop's Fables (Chambry edition)

ODONTA PRESS

発売中のKindle本
アメリカ大学講座古典聖書ギリシャ語入門I,II,III,IV
古典ギリシャ語最初の教本 I,II,III,IV
ドリル式マルコ伝読解 I,II,III,IV
初級脱出シリーズ 分詞
玉川直重新約聖書ギリシャ語入門解答
土岐健治新約聖書ギリシャ語初歩解答
ギリシャ語新約聖書口語訳付き
対訳洋画台本 オズの魔法使い
対訳洋画台本 カサブランカ
対訳洋画台本 知り過ぎていた男
Mail

0 件のコメント:

コメントを投稿